Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα newspapers. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα newspapers. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2007

Μεγάλος νικητής ο Αλ Γκορ.

"Με τιμά βαθιά το γεγονός ότι έλαβα το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης", αναφέρει σε δήλωσή του ο Αλ Γκορ.

"Το βραβείο αυτό έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή έχω την τιμή να το μοιράζομαι με τη Διακυβερνητική Διάσκεψη για τις Κλιματικές Αλλαγές, το κορυφαίο στον κόσμο επιστημονικό σώμα που είναι αφιερωμένο στη βελτίωση των γνώσεών μας για την κλιματική κρίση, , μια ομάδα τα μέλη της οποίας έχουν εργαστεί ακούραστα και ανιδιοτελώς για πολλά χρόνια".

Ο Γκορ δήλωσε επίσης πως θα δωρίσει όλο το μερίδιό του από το έπαθλο.

Από την πλευρά του ο πρόεδρος της Διακυβερνητικής Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για τις Κλιματικές Αλλαγές, ο ινδός επιστήμονας Ραζέντρα Πασάουρι, δήλωσε σήμερα ότι η τιμητική διάκριση προς τον Αλ Γκορ και το όργανο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές αλλαγές θα επιτρέψει να δημιουργηθεί η συνείδηση ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη χρήζει επείγουσας αντιμετώπισης.

"Ελπίζω ότι αυτό θα φέρει το θέμα στο προσκήνιο", δήλωσε από το Νέο Δελχί ο πρόεδρος της Διάσκεψης του ΟΗΕ. "Αισθάνομαι προνομιούχος που μοιραζόμαστε αυτό βραβείο με κάποιον τόσο διακεκριμένο όσο ο Αλ Γκορ", είπε.

Το βραβείο, ένα δίπλωμα , ένα χρυσό μετάλλιο και μια επιταγή 10 εκατομμυρίων σουηδικών κορωνών- θα τους απονεμηθεί στο Οσλο στις 10 Δεκεμβρίου.

Ο Γκορ δήλωσε επίσης πως θα δωρίσει όλο το μερίδιό του στη Συμμαχία για την Προστασία του Κλίματος, μια διακομματική μη κερδοσκοπική οργάνωση που είναι αφιερωμένη στο να καταδείξει στην κοινή γνώμη στις ΗΠΑ και τον κόσμο τον κατεπείγοντα χαρακτήρα που έχει η επίλυση της κρίσης του κλίματος.

O πρώην Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ πρόσθεσε πως η κλιματική αλλαγή είναι ένα ηθικό, όχι πολιτικό, ζήτημα.

"Αντιμετωπίζουμε μια αληθινή πλανητική κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Η κλιματική κρίση δεν είναι ένα πολιτικό ζήτημα, είναι μια ηθική και πνευματική πρόκληση για όλη την ανθρωπότητα. Είναι επίσης η μεγαλύτερη ευκαιρία να αυξήσουμε σ' ένα υψηλότερο επίπεδο την παγκόσμια συνειδητοποίηση", αναφέρει στη δήλωσή του.

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2007

Το προβλημα των μεταναστων.

Εκατοντάδες χιλιάδες µεταναστών βγαίνουν στους δρόµους µεγάλων αµερικανικών µητροπόλεων για πρώτη φορά µετά από 120 χρόνια και συµµετέχουν στην πρωτοβουλία για… «Μια µέρα χωρίς µετανάστες». Σικάγο, Νέα Υόρκη, Ουάσιγκτον, Ατλάντα πληµµυρίζουν από ένα πολύχρωµο, ορµητικό ποτάµι ανθρώπων που ζητούν το δικαίωµα στη ζωή, την εργασία και την αξιοπρέπεια. Αιτία; Ο νέος νόµος για την µετανάστευση που έχει ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων ανάµεσα στους µετανάστες, αλλά και στο ίδιο το κόµµα των Ρεπουµπλικανών.
Για περισσότερο από δύο µήνες ο αµερικανός πρόεδρος Τζορτζ Μπους βρίσκεται στο κέντρο ενός ορµητικού τυφώνα που απειλεί να παρασύρει ακόµα και την κυριαρχία των Ρεπουµπλικανών στη Γερουσία στις εκλογές του Νοεµβρίου. Στα µέσα Μαρτίου η Βουλή των Αντιπροσώπων πέρασε το νόµο HR4437. Ο νόµος αυτός που χαρακτηρίστηκε από τα αµερικανικά ΜΜΕ ως «δρακόντειος» προέβλεπε ότι η παραµονή ενός µετανάστη στις ΗΠΑ χωρίς τα νόµιµα έγγραφα είναι ποινικό αδίκηµα και την κατασκευή ενός τείχους, µήκους 700 µιλιών στα σύνορα των ΗΠΑ µε το Μεξικό. Παράλληλα, σύµφωνα µε το νόµο θα αυξάνονταν ο αριθµός των µεθοριακών αστυνοµικών, ενώ θα επιβάλλονταν ποινές εναντίον οποιουδήποτε παρείχε βοήθεια σε παράνοµους µετανάστες, ακόµη και η παροχή ιατρικής περίθαλψης!
Ο νόµος αυτός µπλοκαρίστηκε στη συνέχεια στη Γερουσία και εκεί πέρασε µια βελτιωµένη εκδοχή που επέτρεπε σε όσους µετανάστες µπορούσαν να αποδείξουν ότι ζουν και εργάζονται στις ΗΠΑ για τουλάχιστον πέντε χρόνια να κάνουν αίτηση για παραµονή και αργότερα να αποκτήσουν αµερικανική υπηκοότητα. Όσοι αποδεικνύονταν ότι έµεναν στις ΗΠΑ δύο µόνο χρόνια θα έπρεπε να επιστρέψουν στις πατρίδες τους και µέσω των πρεσβειών τους να πάρουν άδεια «φιλοξενούµενου εργάτη», ενώ εκείνοι που έµεναν λιγότερο από δύο χρόνια θα απελαύνονταν. Και αυτή η πρόταση όµως απορρίφθηκε αυτή τη φορά από την πλειοψηφία των Ρεπουµπλικανών στη Γερουσία.
Ο Τζορτζ Μπους βρέθηκε αντιµέτωπος µε µεγάλη µερίδα Ρεπουµπλικανών που απαιτούσαν να ληφθούν αυστηρά µέτρα εναντίον της παράνοµης µετανάστευσης, αλλά και ενός κινήµατος µεταναστών που αποκτούσε όλο και µεγαλύτερη δυναµική µε µαζικές διαδηλώσεις σε πολλές πόλεις µε αποκορύφωµα τη διαδήλωση της Πρωτοµαγιάς. 300.000 στο Σικάγο, 12.000 στη Νέα Υόρκη, 400.000 στο Λος Άντζελες, οι περισσότεροι ισπανόφωνοι µετανάστες, αποµυθοποίησαν πλήρως την εικόνα της ιδανικής πολυπολιτισµικής αµερικανικής κοινωνίας, ενώ προκάλεσαν τριγµούς στο εσωτερικό των Ρεπουµπλικανών. Ακολούθησε ένας πραγµατικός παροξυσµός µε αποτέλεσµα σύµφωνα µε το Εθνικό Συµβούλιο Νοµοθεσίας να έχουν προταθεί για έγκριση 463 νοµοσχέδια σε 43 πολιτείες µέσα στο 2006!
Μέσα σ’ αυτό το κλίµα ο αµερικανός πρόεδρος αρνείται να πάρει σαφή θέση, δηλώνοντας ότι ναι µεν είναι πρόθυµος να παράσχει την αµερικανική υπηκοότητα σε µετανάστες, χωρίς όµως να δίνει λεπτοµέρειες για τα σχέδιά του, φοβούµενος µην αποµονώσει τους Ρεπουµπλικανούς συντηρητικούς στη Βουλή των Αντιπροσώπων, αλλά και το µεγάλο κεφάλαιο που συντηρεί τη Γερουσία.
Είναι κοινό µυστικό άλλωστε ότι οι µετανάστες στηρίζουν την αµερικανική οικονοµία. «Το κεφάλαιο χρειάζεται τα φτηνά εργατικά χέρια των µεταναστών. Ειδικά οι µετανάστες από τη Λατινική Αµερική αποτελούν τα κατώτερα στρώµατα του εργατικού δυναµικού των ΗΠΑ µε την πλειοψηφία από αυτούς να απασχολούνται στη γεωργία, στις οικοδοµές, ως υπηρετικό προσωπικό, κ.α. Οι εργοδότες δεν θέλουν να διώξουν τους λατινοαµερικάνους, αντιθέτως θέλουν να συνεχίσει να υφίσταται η τεράστια αυτή δεξαµενή εργατικού δυναµικού, το οποίο δεν έχει τα πολιτικά, κοινωνικά και εργατικά δικαιώµατα ενός αµερικανού πολίτη για να µπορούν να εκµεταλλεύονται τους µετανάστες χωρίς να έχουν καµία νοµική συνέπεια», γράφει ο Γουίλιαµ Ρόµπινσον στο εναλλακτικό ειδησεογραφικό πόρταλ Znet. Από την άλλη µεγάλο µέρος των ανασφαλών µεσαίων στρωµάτων στις ΗΠΑ φοβούνται ότι το συνεχώς αυξανόµενο ειδικό βάρος των ισπανόφωνων θα οδηγήσει σε αστάθεια και κοινωνική αναταραχή, ασκώντας έτσι πιέσεις στους Ρεπουµπλικανούς για λήψη αυστηρών µέτρων κατά των µεταναστών.
Η ρατσιστική αυτή αντιµετώπιση έχει πυροδοτήσει ένα νέο κοινωνικό κίνηµα που εκφράζεται µέσα από τις µαζικές διαδηλώσεις. Οι διαδηλώσεις των µεταναστών στις ΗΠΑ αποτελούν την έκφραση της οργής για τη συνεχή εκµετάλλευση και το ρατσισµό που καλούνται καθηµερινά να αντιµετωπίσουν. Από τη σκληρή γραφειοκρατία που δεν τους επιτρέπει να αποκτήσουν δίπλωµα οδήγησης, µέχρι τη ρατσιστική αντιµετώπιση από οργανώσεις όπως η Μινουτένεµ, η σύγχρονη Κου Κλουξ Κλαν, που έχει βάλει στο στόχαστρο κυρίως τους λατινοαµερικάνους και έχει απλώσει τα πλοκάµια της σε όλες τις ΗΠΑ, οι µετανάστες αποτελούν τώρα τη µαγιά για ένα νέο κοινωνικό κίνηµα στις ΗΠΑ, εφάµιλλο ίσως µε το κίνηµα των µαύρων των δεκαετιών του ’50 και του ’60.


Technorati Profile

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2007

Ο πατερας σου.

Κοιμάμαι; Ναι, φαίνεται κοιμήθηκα. Η μάνα μου με σκουντάει. 'Εχει κάτσει στο κρεβάτι.

"'Ελα, σήκω. Να πάτε να ψωνίσετε με τον πατέρα σου."

Πετιέμαι στη στιγμή. Διορθώνω λίγο τα ρούχα μου. Τα καλά μου φοράω ακόμα... Να μην ξεχάσω την κατσαριδόσκονη.

"Χρειαζόμαστε, λέει η μάνα μου, ρολ, σαπούνι για τα πιάτα, ένα πακέτο ρύζι, καφέ και ζάχαρη. Κι ένα κουτί γάλα. Και χαρτί για τον καμπινέ. Και χαρτοπετσέτες. Και ντομάτα πελτέ. Και λάδι, ένα μπουκάλι".

Πήραμε την τσάντα - την άσπρη - την καμποτένια, να τα βάλουμε μέσα.

Ανεβήκαμε τη σκαλίτσα και βγήκαμε στο δρόμο. Πολλά αυτοκίνητα. Πάρα πολλά αυτοκίνητα. 'Αλλα είναι σταματημένα κι άλλα περνάνε συνέχεια. Και το πεζοδρόμιο γεμάτο. Παιδάκια με ποδιές και τσάντες κατηφορίζουν σαν ποτάμι. Σαν ν' άνοιξες μια βρύση και τρέχουν παιδάκια. Τι περίεργο πράγμα!... Μόνο σ' αυτό το πεζοδρόμιο έχει παιδιά. Και μόνο κατηφορίζουν... Και τι δουλειά έχουν τα παιδιά τέτοια ώρα;... 'Εξι το απόγευμα;... Λες... να κάνουν μάθημα από το πρωί ως τώρα; Λες... στην Αθήνα να έχουν πιο πολλά μαθήματα απ' τη Σύμη; Να μαθαίνουν πιο πολλά;...

Ο πατέρας με πήρε απ' το χέρι και περάσαμε απέναντι. 'Ωστε αυτό είναι το σούπερ - μάρκε! Μώρη!... Τι μαγαζί είναι αυτό!... Τεράστιο!... Στέκομαι σε μια βιτρίνα και βλέπω μέσα. Ποπό! Από πάνω μέχρι κάτω έχει ράφια με πράγματα. Ο πατέρας ανοίγει την πόρτα και μπαίνουμε.

Τι φώτα είναι αυτά!... Ούτε τα Χριστούγεννα στο Σύλλογο δεν έχει τόσα φώτα!...

Μπροστά μας είναι ένας φράχτης από σίδερα. Στέκομαι λίγο. Κοιτάω τον πατέρα. Στέκεται κι αυτός. Μας πλησιάζει ένας κοντόχοντρος κύριος με καμπαρντίνα.

"Την τσάντα να την αφήσετε εδώ", μας λέει.

"Μα θα βάλουμε μέσα τα ψώνια μας", του λέει ο πατέρας.

"Θα σας δώσουμε εμείς σακούλες. Δεν επιτρέπονται τσάντες, όσο ψωνίζετε. Ορίστε και η διαταγή της αστυνομίας", μας λέει και μας δείχνει ένα χαρτί στον τοίχο.

Αφήνουμε την τσάντα στην άκρη που μας είπε ο κύριος. Περνάμε ένα σίδερο σαν σταυρό που γυρίζει. Μόνο ένας χωράει σε κάθε χώρισμα, κι έτσι, θες δε θες, περνάς μόνος σου μέσα.

'Οταν κουρεύουνε τ' αρνιά - πάνω στα μαντριά - έτσι κάνουνε. Χωρίς σίδερα βέβαια. Σε μια μεριά κάθεται αυτός που κουρεύει με την ψαλίδα του. Ο βοσκός έχει μαντρώσει στο μικρό μαντρί τ' ακούρευτα αρνιά, αφήνει να περνάει ένα ένα, το πιάνει ο κουρέας, το διπλώνει κάτω, όπως ξέρει αυτός, και σε δυο λεφτά τ' αρνί είναι κουρεμένο. Το πάνε στο άλλο μαντρί που 'χει τα κουρεμένα. 'Αμα δεν κάνεις έτσι, τότε τα μαλλιά θα σκορπίσουν και θα βρομίσουν. Και θα χάνεις και ώρα να βρίσκεις ποιο είναι κουρεμένο και ποιο ακούρευτο. 'Ετσι πρέπει να κάνεις στο μαντρί. Εδώ όμως; Γιατί ένας ένας;...

"Θα διαλέξουμε μόνοι μας, όπως μας είπε η Μαρία, και μετά θα πληρώσουμε, έτσι, πατέρα;"

"Ναι, μου λέει ο πατέρας. Να, εδώ πρώτα πρώτα έχει καφέδες. 'Ελα να βρούμε τον καφέ μας".

Πώς να βρούμε τον καφέ μας;... 'Εχει χιλιάδες κουτιά, κουτάκια, φακελάκια μικρά, φακελάκια μεγάλα. 'Ολα ξενικά γραμμένα.

Ο πατέρας παίρνει ένα φακελάκι ΛΟΥΜΙΔΗ και προχωράμε. Χρειαζόμαστε ρύζι, ζάχαρη... Καρδούλα μου! Τι μπισκότα είναι αυτά!... Δεν ξέρω να διαβάσω τι γράφουν, αλλά βλέπω πάνω στα κουτιά πορτοκάλια, κεράσια, σοκολάτα που χύνεται πάνω στα μπισκότα, φουντούκια, κοπέλες με στολές μπροστά σε μύλους, δροσοσταλίδες πάνω σε σοκολάτα, μια κυρία που φουρνίζει μπισκότα, μπισκότα, μπισκότα...

"Πατέρα..."

"Εντάξει. Πάρε ένα πακέτο μπισκότα... 'Οχι, όχι αυτό!... Πάρε ετούτο..."

Τέτοιο είχαμε και στη Σύμη ΜΙΡΑΝΤΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ. Το άλλο ήθελα εγώ. Με την κυρία μπροστά στο μύλο. Δε λέω όμως τίποτε. Ο πατέρας δε σηκώνει πολλά.

Προχωράμε. Τώρα έχει μαρμελάδες. Μετά γαριδάκια, πατατάκια, μπαλάκια... Το στόμα μου γεμίζει σάλιο...

"Πατέρα... κοίτα, γαριδάκια..."

"Τα είδα... Καλά, πάρε ένα πακέτο. Πάρε και μια σοκολάτα μ' αμύγδαλο που σ' αρέσει. Για το καλώς όρισες στην Αθήνα! Αλλά μην ξανακούσω πατέρα και πατέρα", λέει ο πατέρας μου και τα ματάκια του γελάνε.

"Γιατί τα κρατάτε στα χέρια σας; Πάρτε ένα καλάθι και βάλτε τα μέσα."

Είναι ο χοντρός κύριος με την καμπαρντίνα. Μιλάει πολύ αυστηρά. Λοιπόν, φαίνεται ότι η καμπαρντίνα πάει πάντα με αγριάδα. Κι ο κύριος Ευάγγελος, ο παλιός διευθυντής του σχολείου μας, και άγριος ήτανε και καμπαρντίνα φόραγε. Μας είχε έρθει από την Αθηνα. "Εξ Αθηνών" έλεγε ο ίδιος. Και επέμενε να τον λέμε "κύριο Ευάγγελο" κι όχι κύριο Βαγγέλη. Ευτυχώς έκατσε ένα χρόνο και μετά πήρε σύνταξη κι έφυγε.

Είμαστε μπροστά σ' ένα μεγάλο ψυγείο κι έναν πάγκο. Μια κυρία με άσπρη ποδιά πουλάει κρέατα. Πρώτη φορά βλέπω γυναίκα - χασάπη. Και τι δεν πουλάει. Κοτόπουλα Χαλκίδος, χοιρινά, αρνιά, κατσίκια, κουνέλια... Τα διαβάζω στα χαρτιά που κρέμονται παντού.

"'Ενα κιλό κατεψυγμένο κιμά", λέει ο πατέρας.

Αφού δε μας είπε η μάνα μου κιμά... Τέλος πάντων, ξέρει εκείνος...

"Να τα λάδια, πατέρα! 'Εχει και ξίδι δίπλα και αλάτια. Η μάνα δε μας είπε ξίδι κι αλάτι, γιατί θα το ξέχασε. Δεν παίρνουμε;"

"Ναι, βέβαια", λέει ο πατέρας.

Βάζουμε στο καλάθι ένα σακουλάκι αλάτι και ένα μπουκάλι ξίδι. Μπροστά μας είναι μια βιτρίνα με σαλάμια. Εγώ νόμιζα ότι σαλάμι είναι μόνο η μορταδέλα. 'Η το ζβαν, το ζαμπονάκι. Εδώ όμως πίσω από το τζάμι έχει πενήντα ειδών σαλάμια, που λέει ο λόγος. Πιο κόκκινα, με μικρά ασπράκια, με ζουπηχτές ελιές μέσα, ζαμπόν μεγάλα, λουκάνικα μεγάλα, πιο μικρά σε διχτάκια. Μώρη, περνάνε καλά στην Αθήνα!... Καλά το 'λεγα εγώ...

Ο πατέρας έχει προχωρήσει στη βιτρίνα με τα τυριά. 'Αλλο τούτο!... Υπάρχουν κι άλλα τυριά εκτός απ' τη μυτζήθρα, τη φέτα, το κεφαλίσιο και το κασέρι; Κι εγώ που νόμιζα ότι τα ήξερα όλα... Κοίτα δω τυριά... 'Ενα όμως τους έχει μουχλιάσει κι αυτοί το πουλάνε...

"'Ενα τέταρτο φέτα, λέει ο πατέρας. Την ξέχασε τη φέτα η μάνα σου", μου λέει και μου κλείνει το μάτι.

Βάλαμε τη φέτα στο καλάθι και τώρα ψάχνουμε να βρούμε το ρύζι και τη ζάχαρη. Σε κάτι ράφια έχει μακαρόνια και δίπλα ρύζια. Ποιο απ' όλα να πάρουμε; Κοιταζόμαστε με τον πατέρα. Παίρνουμε ένα πακέτο πράσινο, παίρνουμε και ένα πακέτο μακαρόνια. Λίγο παρακάτω έχει χιλιάδες γάλατα. Σ' έναν πάγκο πακέτα, χιλιάδες πακέτα ζάχαρη. Παίρνουμε και ένα πακέτο ζάχαρη και προχωράμε. Τώρα κάνει μια στροφή το μαγαζί και μας φέρνει μπροστά σε ράφια με πορτοκαλάδες, λεμονάδες, μπίρες, κρασιά. Πουθενά δε βλέπουμε ντομάτα πελτέ. Ρωτάμε μια κοπέλα με γαλάζια ποδιά.

"Τις περάσατε τις ντομάτες, μας λέει και σαν να μας μαλώνει. Δίπλα στα μακαρόνια είναι."

Γυρίζουμε πάλι. Πραγματικά δίπλα στα ράφια των μακαρονιών έχει ντομάτες. Ντοματάκια ξεφλουδισμένα, ντοματάκια ολόκληρα, ντοματοχυμό, με διάφορα ξένα γράμματα. Πού είναι ο πελτές; Κοιταζόμαστε με τον πατέρα.. Δίπλα μας μια κυρία ψωνίζει. Παίρνει ένα κουτί κόκκινο. Παίρνουμε κι εμείς ένα το ίδιο. Για να το παίρνει η κυρία, καλό θα είναι. Τελειώσαμε πια.

Τώρα θα πάμε στο ταμείο να πληρώσουμε, όπως μας είπε η Μαρία. Το βρίσκουμε το ταμείο, αφού περάσουμε κι άλλα ράφια, χωρίς όμως να σταθούμε καθόλου. Στο ταμείο στεκόμαστε πίσω από έναν κύριο. Μπροστά είναι μια κοπέλα. Ακουμπάνε τα καλάθια τους δίπλα στο ταμείο. Η κοπέλα με τη γαλάζια ποδιά, που κάθεται στο ταμείο, βγάζει ένα ένα τα πράγματα, πατάει κάτι κουμπιά και λέει 986,50 δραχμές. 'Εχει αγοράσει δυο μπουκάλια κρασί και χαρτί του καμπινέ. Ξεχάσαμε το χαρτί του καμπινέ. Τώρα;... Το λέω του πατέρα.

"Πάω να φέρω, λέει ο πατέρας. Εσύ κάτσε να φυλάς το καλάθι."

Ο κύριος μπροστά τελείωσε. Πλήρωσε, πήρε τα πράγματά του κι έφυγε. Εγώ τώρα τι να κάνω; Ο πατέρας δε φαίνεται πουθενά. Η κυρία πίσω μου με σπρώχνει.

"Προχώρα, παιδάκι μου. Τι στήθηκες εκεί; Εσένα θα περιμένουμε;"

Να σου πάλι ο χοντρός κύριος με την καμπαρντίνα.

"Τι συμβαίνει; Γιατί καθυστερείτε; Τι κάνεις εκεί, μικρή;"

"Ο πατέρας μου... πάει να φέρει χαρτί..."

Φοβάμαι τον κύριο με την καμπαρντίνα.

"Βάλε το καλάθι πάνω Στέλλα, κάνε το λογαριασμό..."

Κι αν όταν τελειώσει η Στέλλα δεν έχει έρθει ο πατέρας; Τι θα μου κάνει τότε ο κύριος;

"642,20", λέει η Στέλλα και σπρώχνει τα πράγματα στην άλλη κοπέλα που τα βάζει σε σακούλες... Τώρα τι γίνεται;...

"Κι αυτό", φωνάζει ο πατέρας καθώς έρχεται. Και δείχνει το χαρτί του καμπινέ.

Ποπό! Ντροπή... Τώρα όλοι μας κοιτάνε. Ξέρουνε ότι σκουπίζουμε τον πισινό μας. Βέβαια όλοι τον σκουπίζουνε. Αλλά αυτοί τώρα ξέρουνε ότι εμείς τον σκουπίζουμε μ' αυτό το χαρτί.

"654,70", λέει η Στέλλα.

Ο πατέρας βγάζει το φάκελο με τα λεφτά μας, παίρνει ένα χιλιάρικο και το δίνει στη Στέλλα. Βάζει τα ρέστα πάλι στο φάκελο, παίρνουμε τις δυο σακούλες και βγαίνουμε.

Πολύ ωραία ήτανε στο σούπερ - μάρκε. Είχε χιλιάδες πράγματα.

Αν δεν ήταν κι ο χοντρός κύριος με την καμπαρντίνα...

Μια ιστορια.

«Η περιποίηση της κόμης με ή χωρίς κοτσίδα, πολύχρωμες ανταύγειες, κατσάρωμα ή extreme κουρέματα, ανήκει σε ένα ιδιαίτερο είδος κουλτούρας του κάθε τόπου. Την βλέπουμε από τις τοιχογραφίες στα Μινωικά Παλάτια της Κνωσού, έως τις σημερινές Χολιγουντιανές υπερπαραγωγές. Κάθε λαός εκφράζει τις ρίζες του, όπως και κάθε εποχή, ακόμη και με τον τρόπο περιποίησης των μαλλιών του».
Αυτά τονίζει ο 22χρονος νέος «μπαρμπέρης» Μάριος Χατζηλάμπρου, ο οποίος έχει στήσει εδώ και λίγες μέρες το βασίλειό του στην αρχή της οδού Ράλλη. Κάθε εποχή, στις απεικονίσεις της σημαδεύεται και απ’ τον τρόπο περιποίησης των μαλλιών, της κόμης, όπως την ονόμαζαν παλιά. Ελληνιστική εποχή με το φυσικό μακρύ μαλλί για όλους, Ρωμαϊκή με τους κότσους, την χρυσόσκονη, την ασημόσκονη και τις επιβλητικές τιάρες. Βυζαντινή με τα αυστηρά σχήματα, τις κορώνες και τα πορφυρά χρώματα, μπαρόκ με τις πρώτες τεχνικές εργασίες, τα πολύ φουσκωτά χτενίσματα, αναγεννησιακή με τις ανάλαφρες μπούκλες και τις πρώτες τεχνητές μπούκλες με το πυρωμένο σίδερο, έως τη τριακονταετία 1930-1960, όπου η υγεία και η κοινωνική ταυτότητα επέβαλλαν το κοντό - πολύ κοντό μαλλί στους άντρες.
Ώσπου ήλθε η δεκαετία του ’60 κι έφερε την επανάσταση στους άντρες. Μακρυμάλληδες, χίπη, μουσάτοι, ήταν οι δήμιοι των παλιών μπαρμπέρηδων. Πόσα και πόσα κουρεία δεν έκλεισαν αυτή τη 10ετία. Ακόμη και ως τα τέλη της 10ετίας του 1970. Τα μπαρμπεράκια άφηναν το ένα μετά το άλλο το ψαλίδι, το ξυράφι, τη μηχανή και την τσατσάρα και έκαναν οτιδήποτε άλλο επάγγελμα για να επιβιώσουν.
Στη συνέχεια στις δεκαετίες του 1980-1990, άνθισαν τα κομμωτήρια ανδρικά και γυναικεία. «Φτάσαμε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 σε μία πόλη 23000 κατοίκων να λειτουργούν περίπου 40 επίσημα κομμωτήρια κι άλλα τόσα ανεπίσημα. Πολύ μεγάλος, τεράστιος αριθμός».
Τα κουρεία έως τότε έφθιναν. Οι παλιοί κουρείς ένας - ένας έβγαιναν στην σύνταξη. Ένας – δύο έμειναν και κάποιο νέοι τότε, που συνέχιζαν την οικογενειακή παράδοση.
Ο Μάριος είχε πάρει από μικρός την απόφασή του. «Εγώ θα γίνω κουρέας», έλεγε στην οικογένεια και στους φίλους του.
Σε όσους τον απέτρεπαν να ασχοληθεί με την κομμωτική τόνιζε ότι του αρέσει το ψαλιδάκι και η τσατσάρα.
Μεγάλωσε παίζοντας στην πλατεία του Αγίου Ισιδώρου. Ερασιτέχνης ακόμη, όταν έβρισκε την ευκαιρία, έβαζε κάτω τους φίλους του και τους περιποιόταν το μαλλί. «Είχα πολλές και καλές παρέες. Ξέρω ότι αφενός τους περιποιόμουν, κι αφετέρου μάθαινα».
Μετά το Δημοτικό, το Γυμνάσιο και το Λύκειο, δεν υπήρχε άλλος δρόμος για εκείνον. Κομμωτική. Σχολή Μαθητείας του ΟΑΕΔ. Πήγε το 1999 και πήρε πτυχίο το 2002. "Από την πρώτη στιγμή το ξεκαθάρισα στους δασκάλους ότι δεν με ενδιαφέρει η κομμωτική, αλλά στόχος μου είναι το ανδρικό κουρείο".
Τρία χρόνια στη σχολή, δεν έχει και τις καλύτερες αναμνήσεις. «Αν εξαιρέσουμε κάποια πρόσωπα που έδειχναν ενδιαφέρον να μας μάθουν τη δουλειά, μεμονωμένα κι ατομικά, δεν θα έλεγα ότι τότε τουλάχιστον υπήρχε ακόμη στη σχολή η αναγκαία υποδομή και το σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα για να βγει κανείς από εκεί καλός κομμωτής ή κουρέας. Την δουλειά κυρίως την μάθαμε στα κομμωτήρια και τα κουρεία που δουλέψαμε για την υποχρεωτική πρακτική εξάσκηση και την εξασφάλιση των απαραίτητων ενσήμων, που θα μας έδιναν την δυνατότητα μετά την αποφοίτηση να αποκτήσουμε άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος κι άδεια λειτουργίας καταστήματος, μαζί με την απαραίτητη χρονική εμπειρία που προβλέπουν οι νόμοι».
Βέβαια, όπως ομολογεί κι ο ίδιος, σαν νεαρός τότε, ήταν αρκετά ζωηρός, του άρεσαν οι πλάκες, αντιδρούσε έντονα και πολλές φορές έφερνε τους δασκάλους και τη διοίκηση σε δύσκολη θέση.
Ο Μάριος είχε βάλει στόχο να ανοίξει κουρείο κι αυτό έκανε. Σύγχρονος άνθρωπος, μοντέρνος νέος. Σε ποιους απευθύνεται ηλικιακά; «Σε όλους. Από τα μικρά παιδιά έως τους ηλικιωμένους. Μόνο ξύρισμα δεν κάνω. Το ξυράφι δεν με ελκύει. Άλλωστε πλέον δεν συμφέρει αφενός να χάνεις ώρα για ένα ξύρισμα που κοστίζει ελάχιστα, αφετέρου όμως ποιος ξυρίζεται πια στο κουρείο;»
Εκείνο που κράτησε ιδιαίτερα ως μάθημα απ’ τη σχολή είναι η προσωπογραφία. "Μάθαμε τι κούρεμα να προτείνουμε στον κάθε πελάτη, τι χτένισμα, τι χρώμα μαλλιών ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του προσώπου, το χρώμα της επιδερμίδας και των ματιών, την προσωπικότητα του κάθε πελάτη ξεχωριστά.
Υπάρχουν άπειροι συνδυασμοί χαρακτηριστικών που πρέπει να γνωρίζει πως θα αξιοποιήσει ή θα αναδείξει κανείς τα ωραία του χαρακτηριστικά ή θα καλύψει τα ελαττώματα του για να βγάλει το καλύτερο αποτέλεσμα που θα κάνει τον κάθε πελάτη να αισθάνεται πιο όμορφα και να δείχνει πιο όμορφος".
Τέλος, αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Μάριος ως σύγχρονος νέος ασχολείται και με τον αθλητισμό, το μπάσκετ, είναι αθλητής του ΒΑΟΛ.
Άνετος χαρακτήρας, χαμογελαστός κι αρκετά έξω καρδιά. Του αρέσουν οι extreme συγκινήσεις αλλά και η ομορφιά του κλασικού.